Τρίτη, 7 Μαΐου 2019

«Ο ΕΛΛΗΝΑΣ ΜΑΓΟΣ ΑΠΟ ΤΟ ΤΖΙΜΠΟΥΤΙ»



Διήγημα της Ειρήνης Σαββαΐδη, το οποίο

αναφέρεται σε έναν Έλληνα μάγο από το Τζιμπουτί. Η συγγραφέας

έζησε τα παιδικά της χρόνια στο Τζιμπουτί και σήμερα εξακολουθεί να

ταξιδεύει στη Σενεγάλη.







Σύλλογος Ελλήνων Αιθιοπίας


Τί ώρα είναι; Η ώρα του παστίς. Ο ουρανός σκοτείνιασε στο Ντακάρ και υποδέχεται το αχνό φως της νέας Σελήνης. Στο σπίτι μας μπροστά στη θάλασσα, βγαίνοντας στη βεράντα βλέπεις την αμμουδιά, ακούς τα κύματα να σκάνε απαλά και τα αστέρια λάμπουν σαν κινούμενα καθρεφτάκια.







Τέτοια ώρα περνούσε ο Οσμάν να πιει μερικά ποτηράκια pastis μαζί με τον πατέρα μου. Βγήκα στη βεράντα και είδα τον αδελφό μου να έρχεται προς τα εδώ. Φέγγει μέσα στο σκοτάδι η φλόγα του τσιγάρου του σαν πυγολαμπίδα που ζωγραφίζει μικρές εναέριες διαδρομές. Δεν ήρθε μόνος του, είναι και ο Μπερνάρ μαζί του -ο γείτονάς μας-.







Απόψε θυμηθήκαμε την εκδρομή που κάναμε με τη πιρόγα στα ανοιχτά του Ατλαντικού. Αυτό που εντυπωσίασε όλους μας ήταν το «νεκροταφείο πλοίων». Τί να ήταν αυτό που οδήγησε αυτά τα πλοία στον βυθό; Ποια μοίρα; Η εικόνα αυτή χαράχτηκε στο μυαλό μας. Τόσα κατάρτια να προεξέχουν απ΄την επιφάνεια της θάλασσας γεμάτα κορμοράνους, γύπες και αετούς. Αυτά τα πουλιά είχαν βρει ένα σπίτι εκεί κι άλλα τόσα ψάρια ζουν στη δικιά τους κρυμμένη υγρή πολιτεία.













Τόσα φορτηγά πλοία μισοβυθισμένα. Ήταν κάπως τρομακτικό. Η ώρα έφτανε δώδεκα τα μεσάνυχτα. Τα μάγουλά μας έκαιγαν απ’το παστίς και τον αναβρασμό στη ψυχή μας απ’τις εικόνες που είχαμε δει εως τώρα στις εκδρομές μας. Στην παρέα προστέθηκε και ο Ιλφετού -ο νεαρός Σενεγαλέζος που μας βοηθούσε σε όλες τις δουλειές-. Ήξερε πως είχαμε ζήσει στο Τζιμπουτί και θέλησε να μοιραστεί μια ιστορία μαζί μας.

«Ξέρετε ότι στο νεκροταφείο πλοίων έζησα μια περίεργη περιπέτεια; Εκεί γνώρισα τον Φιλήμων!» μας είπε.













Βυθιζόμασταν σε νήδυμο ύπνο με το φλοίσβο σωστό νανούρισμα και τον Ιλφετού να μας διηγείται...




«Ο Φιλήμων, λοιπόν, φίλοι μου, ήταν σπουδαίος άνθρωπος... όμως...

Είναι αληθινή ιστορία, αλλά δεν σας λέω το πραγματικό του όνομα! Κάποτε ακούστηκε πως ένας ‘’άγιος’’ κυκλοφορούσε ανάμεσα στους αυτόχθονες κι έτρεχαν να τον γνωρίσουν. Τριγυρνούσε στις φτωχογειτονιές παραμυθιάζοντας τους ανθρώπους πως είναι θεός. Ακουγόταν πως έδινε κάτι μαγικούς σπόρους τυλιγμένους σε ύφασμα που είχε φέρει από το Τζιμπουτί. Οι τυλιγμένοι σπόροι δένονταν με σπάγγο στο μπράτσο εκείνου που ήθελε να έχει ωραία ζωή. Άκουγε τους προβληματισμούς τους και τους έταζε λαγούς με πετραχήλια, αφού πρώτα τους ζητούσε χρήματα, φαγητό, ρούχα και μια γωνιά να κοιμηθεί. Τους είχε πείσει τόσο πολύ όλους σε σημείο να έχει πειστεί κι ο ίδιος για την αγιοσύνη του. Κοιτιόταν στον καθρέφτη τα βράδια και καμάρωνε όταν είχε καταφέρει να κάνει το θαύμα του. Ένα θαύμα που ο ίδιος είχε σκηνοθετήσει. Έλεγε το μέλλον γιατί επικοινωνούσε με τον Θεό και είχε φρέσκα νέα για τον καθένα. Το πιο συνηθισμένο κόλπο του ήταν σε νέα ζευγάρια να μαντεύει πως δεν μπορούν να κάνουν παιδιά αλλά θα τα κατάφερναν με τους μαγικούς του σπόρους.




Με τον καιρό πλούτισε και έτσι αγόρασε και πλοίο! Σπίτι δικό του δεν είχε, όμως είχε το δικό του πλοίο. Στο πλοίο του, που ήταν ένα σαπιοκάραβο και χάρη σε αυτό έλεγε πως είναι εφοπλιστής, έκρυβε τα διάφορα αντικείμενα αξίας που είχε αποκτήσει απ’τις δωρεές που του έκαναν οι ευκατάστατοι αφρικάνοι. Τον είχαν για θεό κι έτσι του έκαναν όλα τα χατήρια.




Ο Φιλήμων, που ήταν το ψευδώνυμό του, γιατί του άρεσαν τα αρχαία ελληνικά ονόματα, ήταν άνθρωπος του γλεντιού και γεύτηκε απολαύσεις, ειδικά αφότου μάζεψε μπόλικο χρήμα. Του άρεσαν οι γυναίκες όμως δεν έπρεπε να παντρευτεί, γιατί θα έχανε το χάρισμα της επικοινωνίας με το Θεό. Μέσα στις απολαύσεις του ήταν και η κόρη μιας οικογένειας καλής τάξης που τον είχαν φιλοξενήσει κάποια βράδια να κοιμηθεί σπίτι τους. Η μικρή τον ερωτεύτηκε παράφορα αλλά εκείνος ήταν ανένδοτος. Δεν θα άφηνε με τίποτα να πάει στράφι μια καριέρα που του απέφερε χρήμα, για χάρη μιας κοπελίτσας. Όταν πια κατάλαβε πως θα μαζευόταν ολόκληρη ‘αγέλη’ για να τον κάνει τόπι στο ξύλο, κρύφτηκε στο πλοίο του και εξαφανίστηκε. Ήξερε για το «νεκροταφείο πλοίων». Αποφάσισε να βυθίσει το αγαπημένο του πλοίο, που το είχε ονομάσει «Σόλων – ο μεσολαβητής». Το σχέδιο του ήταν να μείνει πάνω στο «Σόλων» όσο περισσότερη ώρα μπορούσε. Τελευταία στιγμή θα άφηνε το πολυαγαπημένο του πλοίο και θα έφευγε με τη σωστική λέμβο φορτωμένη με μπαούλα γεμάτα με όλη τη περιουσία του, για να κρυφτεί προσωρινά στο Cabo Verde (Πράσινο Ακρωτήρι) και από εκεί θα ταξίδευε κάποια στιγμή ευθεία απέναντι για την Βενεζουέλα.




Δεν έχει σημασία πώς κατάφερε να το βυθίσει τελικά. Αυτό που έμεινε στη τραγική ιστορία είναι πως πάνω στην προσπάθεια του, ο καημένος ο Φιλήμων, να βυθίσει το πλοίο του, την κρίσιμη εκείνη ώρα που όλα είχαν πάει καλά στο σχέδιο του, καθώς είχε ετοιμάσει τη σωστική λέμβο για καθέλκυση, μπλόκαραν τα γρανάζια των αλυσίδων, των σκοινιών και οι ιμάντες που συγκρατούσαν τη σωτήρια βάρκα της διαφυγής του. Ένας τεράστιος κόμπος τον κράτησε για πάντα δεμένο με τη περιουσία του στον βυθό μαζί με το «Σόλων». Πρόφτασε να πετάξει τη φωτοβολίδα κινδύνου όμως το σήμα λήφθηκε αργά από το λιμενικό.




Λένε πως αν κάνεις μια βόλτα, τις βραδιές με μεγάλο φεγγάρι στο «νεκροταφείο πλοίων» -εκεί που ‘αφήνουν’ τα άχρηστα πλοία- ο Φιλήμων μοιάζει να είναι εκεί, να αιωρείται πάνω απ’το βυθισμένο του ‘Σόλων’ σαν πειρατής πάνω σε ένα κατάρτι. Μπορείς να τον δεις και ίσως να σου μιλήσει κιόλας. Το έκανα εγώ κάποτε.

Ένα βράδυ, πριν να έχω ακόμα τη δικιά μου βάρκα, με πήγε ο Οσμάν.

Ελάτε τώρα φίλοι μου! Κοιμάστε όρθιοι;»

«Σε ακούμε Ιλφετού, τί ωραία που τα λες...» είπαμε με μια φωνή.

«Πλέαμε, λέω, αρκετή ώρα ανάμεσα στα βυθισμένα κουφάρια των πλοίων, στη σκοτεινή θάλασσα.




Το φως του φεγγαριού ασήμιζε στους παφλασμούς και χρειαζόταν πολλή προσοχή όταν περνούσες από εκεί, μπορούσες εύκολα να χτυπήσεις σε κάποια μισοβυθισμένη πλώρη. Είχε απόλυτη ησυχία αλλά ξαφνικά άρχισε να με ανατριχιάζει ένας υγρός άνεμος. Είχα ανατριχιάσει τόσο πολύ που αν είχα κοτσίδες θα είχαν σηκωθεί όρθιες σαν κεραίες! Νομίζω πως τα χρειάστηκα! Χλωμιάζεις στην αρχή απ’το φόβο σου αν δεν έχεις ξαναδεί φάντασμα, όμως είναι φιλικός. Παρέα θέλει. Ήθελα να γυρίσουμε πίσω αρχικά, όμως η περιέργειά μου υπερνίκησε τους ενδοιασμούς μου. Κάτι σαν ομίχλη πύκνωνε μέχρι να εντοπίσουμε το σωστό πλοίο κι ύστερα ακούστηκε υπόκοφα το τραγούδι του...

Να’μουνα Θεός για λίγο,

απ’το φόβο να ξεφύγω,

να μπορώ να σου φωνάξω "σ’αγαπώ"

Όμως τι να πω για μένα,

είμαι τίποτα για σένα

και το βλέπω που σε χάνω και πονώωω,

πλοιαράκι μου γλυκό...

έλεγε ένα τραγούδι του Πάριου, τού άρεσε πολύ αυτός ο τροβαδούρος. Έτσι μάθαμε τον Πάριο στο Ντακάρ, γιατί μέχρι τότε μόνο ποδόσφαιρο γνωρίζαμε και Ολυμπιακό.




Όσοι περνούν από εκεί τα πρωινά κοιτούν αν επιπλέει τίποτα περίεργο. Κάποιοι τον βλέπουν στην αντανάκλαση του νερού, να τους γνέφει χαιρετισμό, μα με το κύμα χάνεται η εικόνα του και δεν ξέρεις αν αυτό που κοίταξες στα γαλαζοπράσινα νερά είναι εκείνος ή η φαντασία σου που οργίασε κάτω απ’το φως του ήλιου. Λένε πως εκεί που αιωρούνται οι ψυχές των νεκρών είναι σημάδι πως υπάρχει θησαυρός και ο θησαυρός του Φιλήμωνα έχει ενδιαφέρον, ωστόσο κανείς δεν στάθηκε τυχερός»







Τί ώρα είναι; Ώρα που ξημερώνει κι ανοίγουμε τα μάτια μας, τα γεμάτα άμμο και συνειδητοποιούμε ότι κοιμήθηκαμε στην παραλία. Διψάμε υπερβολικά και τινάζουμε την άμμο που μαζεύτηκε στις τσέπες μας. Τα ονειρευτήκαμε όλα αυτά; Κι όμως το νεκροταφείο πλοίων βρίσκεται εκεί και όποιος θέλει μπορεί να το δει. Κάπου στον Ατλαντικό.



Ειρήνη Σαββαΐδη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου