Παρασκευή, 10 Μαΐου 2019

Η πρώτη γυναίκα Πρόεδρος του Ελληνοαυστραλιανού Επιμελητηρίου



Η Τζωρτζίνα Πούλος είναι τα τελευταία χρόνια ανώτατο στέλεχος σε πολυεθνικές εταιρείες, με ειδικότητα στο ανθρώπινο δυναμικό (HR) και μεγάλη εμπειρία τόσο σε διεθνείς όσο και σε εγχώριες αγορές, σε διάφορες βιομηχανίες. Η εμπειρία της είναι στην οργανωτική ανάπτυξη, την κατάρτιση, την ηγεσία, την οικοδόμηση πολιτισμού και τη διαχείριση αλλαγών.

Είναι, σήμερα, μία από τις πιο σημαντικές γυναίκες στην Αυστραλία, «Global Director People» στην εταιρεία T2 TEA και «Global Retail Operations» στην Unilever, Πρόεδρος του Ελληνοαυστραλιανού Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου (HACCI) ενώ αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι είναι η πρώτη γυναίκα που εκλέχτηκε, τον Απρίλιο του 2016, επικεφαλής σε έναν ανδροκρατούμενο, εδώ και δεκαετίες, οργανισμό όπως ήταν το HACCI.







Έχει ελληνική καταγωγή, όντας το πρωτότοκο παιδί Ελλήνων μεταναστών πρώτης και δεύτερης γενιάς στην Αυστραλία. Γεννήθηκε το 1970 στην πόλη Traralgon. Μεγαλώνοντας, όταν τελείωσε το σχολείο, έφυγε για το Λονδίνο όπου εργάστηκε για μία ολόκληρη δεκαετία στον κλάδο της εστίασης στο Ηνωμένο Βασίλειο αλλά και στο Αμστερνταμ και στη συνέχεια επέστρεψε στην Αυστραλία για να σπουδάσει Human Resources (HR) and Industrial Relations και να πάρει το Masters στο Organisational Dynamics του RMIT University της Μελβούρνης.

Ο ένας παππούς της ήταν εκείνος που έφτασε πρώτος στην Αυστραλία, από την Κύπρο. Λίγα χρόνια μετά, όταν είχε πια εξασφαλίσει τις κατάλληλες συνθήκες, τον ακολούθησαν η σύζυγός του και τα τρία τους παιδιά, ένα από τα οποία ήταν η εννιάχρονη, τότε, μητέρα της. Η διαδρομή του πατέρα της ήταν λίγο διαφορετική, αφού κατέφτασε από την Ελλάδα, από ένα μικρό χωριό της Πελοποννήσου κοντά στην Ακράτα, μόνος του, στα 16 του χρόνια. Λίγα χρόνια αργότερα γνώρισε τη μέλλουσα σύζυγό του, ερωτεύτηκαν «και πριν από λίγους μήνες γιόρτασαν τα πενήντα χρόνια γάμου», όπως ανέφερε η κα. Πούλος, σε συνέντευξή της στην εφημερίδα «Η Καθημερινή». «Κανονικά, θα έπρεπε να με έχουν βαφτίσει Αλεξάνδρα, μια και Αλέξανδρο έλεγαν τον πατέρα του μπαμπά μου. Αλλά οι συγγενείς επέμειναν –και έπεισαν τους γονείς μου– ότι δεν έπρεπε να… χαραμιστεί το όνομα σε ένα κορίτσι», είπε χαρακτηριστικά, χαμογελώντας.







Η κα. Τζωρτζίνα Πούλος μεγάλωσε, όπως έχει δηλώσει, με πολύ ισχυρές επιρροές και από την Ελλάδα, αλλά και από την Κύπρο. «Ακούγοντας οικογενειακές ιστορίες, μαθαίνοντας τον πολιτισμό και τις παραδόσεις μας. Οι γονείς μου ποτέ δεν με πίεσαν για να σπουδάσω ή να παντρευτώ. Το μόνο που από πολύ μικρή ηλικία προσπάθησαν να μου εμφυσήσουν ήταν η αγάπη για τον συνάνθρωπο. Και οι ίδιοι, άλλωστε, έχουν σημαντικό φιλανθρωπικό έργο», είπε χαρακτηριστικά.

Η γενναιοδωρία και η ενσυναίσθηση, όπως είπε η ίδια, είναι αρετές που διδάχτηκε από πολύ μικρή. Έμαθε ότι πάντα θα υπάρχουν γύρω μας άνθρωποι που δεν είναι τόσο τυχεροί όσο εμείς, και οφείλουμε να τους βοηθάμε. Έμαθε τι σημαίνει αλληλεγγύη, φιλότιμο και ήθος, ότι πρέπει να ανοίγει την πόρτα της με χαμόγελο σε όποιον τη χτυπά, να μοιράζεται ό,τι έχει – και όχι μόνο ό,τι έχει στο πιάτο της, στο πορτοφόλι ή στην ντουλάπα της, αλλά κυρίως τις γνώσεις της, γιατί έτσι θα κάνει τη διαφορά, θα γίνει καλύτερος άνθρωπος και θα συνεισφέρει συνολικά στην κοινωνία.







Στα δεκαοκτώ της ταξίδεψε για πρώτη φορά στην Ελλάδα και δεν παρέλειψε να επισκεφθεί και το χωριό του πατέρα της. «Η οικογένειά μου είχε άγχος. “Μα δεν μιλάς ελληνικά, πώς θα πας;” μου έλεγαν. “Με το που θα πατήσω το πόδι μου εκεί, θα μιλήσω!” τους διαβεβαίωσα. Και έτσι έγινε. Την ερωτεύτηκα αμέσως την Ελλάδα. Έκλαιγα όταν ήρθε η μέρα να φύγω», θυμάται η κα. Πούλος.

Για τη νέα γενιά μεταναστών από την Ελλάδα, στα χρόνια της οικονομικής κρίσης, είπε πως δεν είναι πάντα στρωμένος με ροδοπέταλα ο δρόμος τους. «Τη δεκαετία του ’60, όταν τα μεγάλα κύματα μεταναστών έφταναν εδώ, η Αυστραλία θεωρούνταν η χώρα των ευκαιριών. Οι άνθρωποι πίστευαν ότι, ακόμα κι αν δεν διέθεταν πολλά προσόντα, θα τα κατάφερναν. Σήμερα, χάρη στη σχετική συμφωνία μεταξύ των δύο χωρών, υπάρχει μεν η βίζα για όσους θέλουν να εργαστούν, αλλά είναι δύσκολο. Υπάρχουν ακόμα προκαταλήψεις: αν δεν μιλάς καλά τη γλώσσα, αν το όνομά σου είναι δυσπρόφερτο, θα βρεις εμπόδια. Κι αυτό ισχύει ακόμα και για μορφωμένους και ικανούς ανθρώπους. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι η μετάβαση δεν είναι ομαλή για όλους», τόνισε.







Για το γεγονός ότι είναι η πρώτη γυναίκα που εκλέχτηκε επικεφαλής ενός αμιγώς ανδροκρατούμενου -μέχρι πρότινος- οργανισμού, του Ελληνοαυστραλιανού Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου, αναφέρει πως κάτι τέτοιο δεν ήταν καθόλου απλό.

«Κάποιοι στην Ελληνοαυστραλιανή κοινότητα έλεγαν “Ποια είναι αυτή; Από πού ξεφύτρωσε;” αλλά αυτό δεν με πτόησε. Είμαι πολύ ανθεκτική, θέλω να δίνω τις μάχες μου, με την ελπίδα ότι θα λειτουργήσω ως πρότυπο για τις νεότερες γυναίκες, που τώρα ξεκινούν την καριέρα τους: για να τους δείξω ότι μπορούν να τα έχουν όλα! Εγώ στον δικό μου κόσμο τα έχω όλα, και είμαι ευγνώμων γι’ αυτό», είπε η κα. Πούλος.







Μία τυπική εργάσιμη ημέρα της μπορεί να ξεκινά πολύ νωρίς το πρωί, στις 5:30, με το πρώτο επαγγελματικό τηλεφώνημα και το τελευταίο είναι προγραμματισμένο για αργά το βράδυ στις 22:30. Λόγω του ότι δεν έχει παιδιά, είναι κάπως ευέλικτη· ο μόνος με τον οποίο διαπραγματεύεται το ωράριό της είναι ο σύντροφός της, όπως είπε χαρακτηριστικά η πολυπράγμων κα. Τζωρτζίνα Πούλος.

Ερωτώμενη, τέλος, για το τι ακριβώς σημαίνει για εκείνη η ελληνική της καταγωγή, απάντησε πως «Σημαίνει ότι είμαι περήφανη για τις ρίζες μου, ότι δουλεύω σκληρά, ότι θέλω να περνάω καλά στον ελεύθερο χρόνο μου, ότι είμαι δεμένη με την οικογένειά μου και τους φίλους μου, ότι δεν παίρνω τα πράγματα πολύ στα σοβαρά, αλλά πάντα θυμάμαι τι έχει σημασία στη ζωή. Α, και ότι μαγειρεύω για τα τραπέζια μου τεράστιες ποσότητες φαγητού – τις οποίες αποκλείεται να καταναλώσουν εξ’ ολοκλήρου οι καλεσμένοι μου. Τι πιο… ελληνικό;»







Η κα. Τζωρτζίνα Πούλος έχει κάνει μια αξιοθαύμαστη σταδιοδρομία στο χώρο των μεγάλων πολυεθνικών επιχειρήσεων. Βασική της δύναμη είναι ότι συνδυάζει άριστες οργανωτικές και επικοινωνιακές δεξιότητες με μια στρατηγική επιχειρησιακή προσέγγιση στους ανθρώπινους πόρους. Έχει αποδεδειγμένη εμπειρία στο να βοηθά τους οργανισμούς να επιτύχουν βιώσιμη επιχειρηματική ανάπτυξη και μια θετική επιχειρηματική κουλτούρα μέσα σε πολύπλοκα περιβάλλοντα πολλαπλών τοποθεσιών.

Είναι, επίσης, ενεργό μέλος της Αυστραλιανής και της Ελληνοαυστραλιανής κοινωνίας, παίρνοντας μέρος σε φιλανθρωπικές εκδηλώσεις, πραγματοποιώντας εράνους για την υποστήριξη των πιο αδύναμων και συμμετέχοντας σε πολλούς μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς.





Πηγή συνέντευξης: Η Καθημερινή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου