Πέμπτη, 16 Νοεμβρίου 2017

Όταν οι Έλληνες Ήταν Πρόσφυγες: Από την Αμπχαζία



Φωτογραφίες: Αλέξανδρος Αβραμίδης

Η ιστορία του κύριου Γιάννη, όπως τη διηγήθηκε στον Κώστα Κουκουμάκα.

Ονομάζομαι Γιάννης Ζελίλωφ. Γεννήθηκα το 1950, στο Σοχούμι της Αμπχαζίας. Ο πατέρας μου ήταν εργάτης. Έχω δύο μεγαλύτερα αδέρφια. Το Σοχούμι ήταν όμορφο μέρος, ο κόσμος ζούσε αγαπημένα και τα έθνη σέβονταν τα ένα το άλλο - εκτός από Έλληνες είχε επίσης πολλά ακόμη έθνη. Οι Έλληνες, πριν το 1949, ήταν περίπου 40.000 σε όλη την Αμπχαζία, αλλά μετά τους εκτοπισμούς που ακολούθησαν εκείνη τη χρονιά δεν έμειναν ούτε 1.000 άτομα. Ο πατέρας μου είχε άλλα εννιά αδέρφια (δέκα στο σύνολο), η μητέρα μου άλλα έξι (επτά όλα μαζί). Από τα 17 άτομα, μόνο τέσσερα δεν εξορίστηκαν στο Καζακστάν και πιο πέρα.



Πριν να πάω στο σχολείο, μιλούσα μόνο την ποντιακή διάλεκτο - στο σχολείο έμαθα τα ρωσικά. Είχαμε ελληνικό σχολείο, θέατρο, ινστιτούτο, τυπογραφείο, εφημερίδα. Όμως, όλα έκλεισαν το 1937 και μαζί τα ελληνικά σχολεία.


Το 1949, οι Γεωργιανοί ήρθαν να πάρουν το σπίτι του παππού μου. Μας άφησαν δύο δωμάτια - στο ένα έμενε ο παππούς και η γιαγιά και στο άλλο οι γονείς μου και τα αδέρφια μου. Αργότερα, η μητέρα μου έτρεξε για το σπίτι και το πήραμε πίσω. Ο Γεωργιανός το είχε νοικιάσει σε κάποιους φοιτητές και όταν αυτοί έφυγαν, άφησαν τα κλειδιά στη μητέρα μου. Εκείνη άλλαξε τις κλειδαριές και δεν τον άφησε να μπει. Πήγαν στα δικαστήρια και το κέρδισε.

Τελείωσα το λύκειο στο Σοχούμι. Στο μεταξύ, από μικρός ασχολήθηκα με την πάλη, πρώτα ελευθέρα, μετά ελληνορωμαϊκή. Το 1974 ήμουν πρωταθλητής Γεωργίας στα 57 κιλά και είχα κερδίσει έναν Γεωργιανό που το 1980 ήταν ο χρυσός ολυμπιονίκης στη Μόσχα. Δεν με πήραν στην εθνική ομάδα, επειδή είπαν ότι δεν μπορούσαν να πάρουν έναν Έλληνα με ρωσικό επίθετο.

Μετά το σχολείο, πήγα στην Τιφλίδα στο Πολυτεχνείο, όπου σπούδασα πολιτικός μηχανικός από το 1967 ως το 1969. Την τρίτη χρονιά, πήρα μεταγραφή στο Πανεπιστήμιο του Πλεχάνοφ στη Μόσχα, τη σημερινή Οικονομική Ακαδημία της Ρωσίας, όπου ήδη σπούδαζαν τα αδέρφια μου.

Το 1973 αποφοιτήσαμε 125 άτομα και το κράτος πρόσφερε θέσεις εργασίας σε όλους, ανάλογα με τον βαθμό του απολυτηρίου. Μπορούσα να μείνω στη Μόσχα, όμως γύρισα στο Σοχούμι, διότι ως μικρότερος αδερφός έπρεπε να βρίσκομαι κοντά στους ηλικιωμένους γονείς μου.




Στο Σοχούμι τοποθετήθηκα στο Υπουργείο Εμπορίου της Αμπχαζίας. Στο μεταξύ, όταν ήμουν φοιτητής, είχα μπει στο Κομμουνιστικό Κόμμα, κάτι που ήταν πολύ δύσκολο, καθώς χρειαζόταν βεβαίωση από την Κομσομόλ ότι είχες το απαραίτητο επίπεδο και, επίσης, δύο συστατικές επιστολές, μία από τις οποίες υπέγραψε ο αντιπρύτανης του Πανεπιστημίου. Στο 1ο συνέδριο φοιτητών της Σοβιετικής Ένωσης, το 1971, μίλησε ο Μπρέζνιεφ και είπε ότι οι πρώτοι από τους φοιτητές έπρεπε να γίνουν μέλη του Κόμματος. Δέκα θέσεις για 15.000 άτομα. Με διάλεξαν, αλλά προηγούνταν ο μεγαλύτερος αδερφός μου κι έτσι μπήκα την επόμενη χρονιά.

Μετά τον στρατό, επέστρεψα στη θέση μου στο Υπουργείο Εμπορίου. Εργάστηκα δώδεκα χρόνια ως επιθεωρητής τροφίμων σε κέντρα διασκέδασης. Το 1985 ήρθε στην εξουσία ο Γκορμπατσόφ, άλλαξαν τα πράγματα και τοποθετήθηκα στην περιφερειακή οργάνωση του Κόμματος στην Αμπχαζία. Ήμουν σύμβουλος του γενικού γραμματέα, έπαιρνα 350 ρούβλια από τα 120 μέχρι τότε, ήταν πολύ μεγάλη θέση για Έλληνα. Έμεινα ως το 1991, μέχρι να εξαγοραστεί ο Γκορμπατσόφ και να διαλυθεί το Κόμμα.


Τον Αύγουστο του 1991 διαλύθηκε το Κομμουνιστικό Κόμμα και ακολούθησε η Σοβιετική Ένωση. Η Γεωργία έκανε δημοψήφισμα και αποφάσισε ανεξαρτησία, ενώ η Αμπχαζία να παραμείνει στον σοβιετικό κορμό. Έτσι άρχισε ο πόλεμος, το 1992 και οι Γεωργιανοί μπήκαν με τανκς στην Αμπχαζία.

Μία εβδομάδα πριν την έναρξη του πολέμου, μου έκαναν πρόταση να αναλάβω Υπουργός Οικονομικών. Δέχτηκα, αλλά στις 14 Αυγούστου ξεκίνησαν οι μάχες. Οι Έλληνες άρχισαν να εγκαταλείπουν μαζικά τα σπίτια τους. Κάποιοι είχαν αρχίσει να φεύγουν από το 1988, κοιμούνταν και ξυπνούσαν ακούγοντας αφηγήσεις για την Ελλάδα και κάνοντας όνειρα να γυρίσουν.


Στο μεταξύ, ένας συνεργάτης μου, που έβγαζε χαρτιά στη Μόσχα για Έλληνες, ήρθε στο Σοχούμι με μεγάλη δυσκολία και μου έφερε 50 διαβατήρια. Έπρεπε να τα μοιράσω με το αμάξι από σπίτι σε σπίτι, όμως οι Γεωργιανοί ήταν μες στην πόλη και έστηναν μπλόκα. Έπαιρνα μαζί μου τη μάνα μου, φορούσε φαρδιά φούστα με τσέπες και στη μία έκρυβα το πιστόλι. Αν έπαιρναν το αυτοκίνητο δεν μπορούσα να κάνω κάτι, αλλά αν άρχιζαν να χτυπάνε, έπρεπε να αμυνθώ. Ευτυχώς, δεν χρειάστηκε.

Μετά την τρίτη μέρα, οι Γεωργιανοί και Αμπχάζιοι συμφώνησαν να τραβηχτούν στις δύο πλευρές έξω από την πόλη. Οι Αμπχάζιοι έκαναν πίσω και οι Γεωργιανοί μπήκαν στο Σοχούμι, τους κορόιδεψαν. Στις 18 Αυγούστου, έστειλα τη γυναίκα μου και την κόρη μου, έξι χρονών τότε, στο Σότσι. Πίστευα ότι θα κρατήσει λίγο, όπως είχε συμβεί με τις εντάσεις το 1989.




Όμως, οι Γεωργιανοί άρχισαν να σκοτώνουν, να ληστεύουν, κυκλοφορούσαν μεθυσμένοι κρατώντας πολυβόλα. Στην πρώτη γραμμή είχαν επιταχθεί 3.000 πρώην φυλακισμένοι, που οδηγούσαν αυτοκίνητα χωρίς πόρτες και δύο σακιά άμμο στο παρμπρίζ. Κάποια στιγμή, σταμάτησαν δίπλα μου και ρώτησαν κάτι στα γεωργιανά έναν Αρμένιο γείτονα. Εκείνος δεν κατάλαβε και τού έριξαν στα πόδια.

Στις 25 Αυγούστου, ένας φίλος μου Γεωργιανός, μου είπε εμπιστευτικά ότι έπρεπε να φύγω, μιας και ήμουν αντιπρόεδρος στον σύλλογο των Ελλήνων και θα με σκότωναν. Γύρισα στο σπίτι και άκουσα στην τηλεόραση τον εκπρόσωπο των Γεωργιανών στρατιωτών να λέει ότι από Δευτέρα θα συγκροτούσαν κυβέρνηση με συμμετοχή Γεωργιανών, Αμπχάζιων, Ρώσων, Αρμένιων και Ελλήνων. Κατάλαβα ότι εννοούσαν εμένα. Αν αρνιόμουν θα με σκότωναν. Αν έλεγα ναι, θα θεωρούταν προδοσία από τους Αμπχάζιους που κάποια στιγμή θα επέστρεφαν. Και πράγματι, όσους Αμπχάζιους συνεργάστηκαν τότε, τους σκότωσαν όλους.


Έφυγα στις 26 Αυγούστου. Πρωί-πρωί, πήρα τη μητέρα μου και την πεθερά μου. Ο πεθερός μου έμεινε πίσω. Από το Σοχούμι στο Πότι και από εκεί στο Βατούμι, στη Γεωργία, με σκοπό να πάω ξανά με πλοίο στο Σότσι, στη Ρωσία. Οι γυναίκες είχαν τσάντες, εγώ δεν κρατούσα τίποτα στα χέρια, επειδή με ήξεραν και θα καταλάβαιναν ότι έφευγα. Στο Σοχούμι συνάντησα έναν αστυνομικό, που παλιότερα είχε προκαλέσει ένα ατύχημα και χτύπησε τη γυναίκα μου. Με γνώρισε και όταν πλησίασα έβαλα το χέρι στην τσέπη, αμέσως γύρισε την πλάτη και γλίτωσα κι εγώ κι εκείνος.

Φθάσαμε στο Βατούμι, όμως δεν είχαμε εισιτήρια. Η μάνα μου αποφάσισε να μείνει για να συνεχίσει ως τη Μόσχα, κοντά στα αδέρφια μου. Έμεινα εγώ και η πεθερά μου, η οποία θα ερχόταν μαζί μου στο Σότσι, στην κόρη της. Νωρίς το πρωί, πλήρωσα 5.000 ρούβλια σε κάποιον στο λιμάνι για δύο θέσεις. Μέχρι να φθάσω στην προκυμαία, το πλοίο είχε φύγει. Εγώ έφτανα να πηδήξω, ήταν μόλις δύο μέτρα από το κρηπίδωμα, όμως δεν μπορούσα να αφήσω πίσω μεγάλη γυναίκα.




Το επόμενο πλοίο ήταν στις 12. Στο εκδοτήριο των εισιτηρίων βλέπουν στο διαβατήριο ότι ήμουν 42 ετών και μου λένε απαγορεύεται να φύγεις σε εμπόλεμη κατάσταση, όπως όλοι οι άντρες κάτω των 45.

Έβαλα την πεθερά μου στο πλοίο και όταν ξεκίνησε πήδηξα πάνω. Μετά από 200 μέτρα, σταμάτησε. Φοβήθηκα ότι με είχαν δει. Πήγα στον καπετάνιο να ρωτήσω τι συνέβη και μου είπε ότι το πρωινό πλοίο είχε βομβαρδιστεί. Τέσσερα άτομα σκοτώθηκαν και δεκάδες τραυματίστηκαν.

Η γυναίκα μου στο Σότσι έψαχνε όλη τη μέρα στα νοσοκομεία σε κατάσταση σοκ. Τελικά, βρεθήκαμε ξανά όλοι μαζί. Εγώ ήθελα να πάμε στη Μόσχα, όμως η γυναίκα μου ζήτησε να έρθουμε στην Ελλάδα, προσωρινά. Με λεωφορείο φθάσαμε στη Θεσσαλονίκη την 1η Σεπτεμβρίου. Ήρθαμε για έναν μήνα και είμαστε εδώ 23 χρόνια τώρα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου