Παρασκευή, 23 Σεπτεμβρίου 2016

Κόστα Ρίκα, ένα «καταφύγιο» 300 Ελλήνων



Στο ρεπορτάζ του Δ. Παρούση, οποίος ταξίδεψε στην Κεντρική Αμερική αποδεικνύεται ότι παντού υπάρχει άρωμα Ελλάδας.



Αργεντινή, τη Χιλή, την Ουρουγουάη τη Βραζιλία, την Παραγουάη, το Μεξικό, την Κούβα, τη Γουτεμάλα, την Ονδούρα, το Ελ Σαλβαδόρ, τη Νικαράγουα, το Μπελίζ, τον Παναμά και την Κόστα Ρίκα. Δεν υπήρξε μέχρι τώρα προορισμός στον οποίο να μην ανακάλυψε Έλληνες.

Στο ερώτημα λοιπόν «πόσοι Έλληνες υπάρχουν στην Κόστα Ρίκα» ο Δ. Παρούσης απαντά ότι εκεί ζουν τουλάχιστον 35 οικογένειες. Σε ρεπορτάζ του, παρουσιάζει πολλούς από αυτούς.



Οι πιο πολλοί Έλληνες που παρουσιάζονται στο ρεπορτάζ, βρέθηκαν στη μικρή εξωτική χώρα ακολουθώντας τον έρωτά τους, άλλοι γιατί στην Κόστα Ρίκα βρήκαν τον παράδεισο που έψαχναν και κάποιοι γιατί μπόρεσαν να σταθούν οικονομικά ή νίκησαν ακόμη και τον καρκίνο, όπως ο Νίκος Κάπους. Ζουν διάσπαρτοι στη χώρα, από τις μεγάλες πόλεις μέχρι τα μικρά παραδείσια μέρη. Οι περισσότεροι δεν είναι ούτε πλούσιοι, ούτε φτωχοί – χωρίς να λείπουν και εκείνοι που κατάφεραν να κάνουν περιουσίες.



«Όπου δεν υπάρχει παπάς, χάνεται ο ελληνισμός. Έτσι μου λένε διάφοροι. Εμείς κρατάμε τον ελληνισμό χωρίς παπά. Μόνο δύο φορές ήρθε ιερέας στην Κόστα Ρίκα στα τελευταία 50 χρόνια», λέει η πρόεδρος της Ελληνικής Κοινότητας στην Κόστα Ρίκα, Θεοδώρα Τσίχλη, η οποία βρέθηκε στη χώρα ακολουθώντας τον έρωτά της.



Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, υπολογίζεται ότι από τους πρώτους Έλληνες που βρέθηκαν στη χώρα από τις αρχές του 1900 ο αριθμός των Ελλήνων δεύτερης και τρίτης γενιάς, φτάνει τους 300. Το 1990 έγινε το πρώτο επίσημο καταστατικό και η ελληνική κοινότητα απέκτησε τη δική της στέγη μόλις το 2003. Όλα αυτά τα χρόνια όμως οι Έλληνες της Κόστα Ρίκα είχαν επαφή και όπως αναφέρεται στο ρεπορτάζ, πάντα ψάχνουν ευκαιρίες και αφορμές να συναντηθούν.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η ιστορία του Κώστα Χριστοφιλέα από την Puntarenas, δίπλα στον Ειρηνικό ωκεανό. Πλήρωσε και έφερε ιερέα από γειτονική χώρα για να κάνει τη βάφτιση του μικρότερού του, αγόρασε μέχρι και κολυμπήθρα και έκανε την τελετή στο σπίτι του, στην οποία κάλεσε όλους τους Έλληνες της χώρας. Ο Κώστας είναι από την Καλαμάτα. Δραστηριοποιείται στον τομέα της τροφοδοσίας τροφίμων στα πλοία. Ζει στην Κόστα Ρίκα τα τελευταία 16 χρόνια. Είναι παντρεμένος με ντόπια και έχει δύο αγόρια. «Θα στείλω τα παιδιά μου να υπηρετήσουν και τη θητεία τους στην Ελλάδα», δηλώνει. Οι γιοι του πάνε στο δημοτικό σε μια διπλανή πόλη την Esparta. Η πόλη πήρε το όνομά της από την Σπάρτη. Όπως αναφέρεται στο ρεπορτάζ, στην Κόστα Ρίκα υπάρχουν πολλές πόλεις που έχουν ονόματα από ελληνικές πόλεις.



Στα σύνορα της Κόστα Ρίκα με τη Νικαράγουα, στην πόλη Λιμπέρια, ζει ο Παύλος Γεντιλίνης. Γεννήθηκε στην Ουρουγουάη, στο Μοντεβιδέο, από Αργεντίνα μητέρα και Έλληνα πατέρα, από το Αργοστόλι Κεφαλονιάς. Αφού έζησε σε πολλές χώρες, πριν 17 χρόνια επέλεξε να μείνει στην Κόστα Ρίκα. Σήμερα έχει δική του επιχείρηση τροφοδοσίας γευμάτων σε εταιρίες. «Δεν έχω γερούς δεσμούς με την Ελλάδα, τους έχω όμως με τους Έλληνες. Το ξέρω ότι αδικώ τη μάνα μου που είναι Αργεντίνα, όμως εγώ δηλώνω Έλληνας. Είμαι αφάνταστα περήφανος για αυτό», λέει ο Π. Γεντιλίνης.

Σε μια από τις πιο όμορφες παραλίες της Κόστα Ρίκα, σε ένα γραφικό χωριό, το Μοντεζούμα που αποτελεί αγαπημένο προορισμό πολλών αστέρων του κινηματογράφου, βρίσκονται τα αδέλφια Νίκος και Κώστας Τζαβάρας, από την Αθήνα. Ο Νίκος είχε μια βιοτεχνία στην Ελλάδα που του είχε προκαλέσει πολλά προβλήματα. Βρισκόταν σε αδιέξοδο. Πριν 17 χρόνια πήρε το σάκο του και πήγε στην Κόστα Ρίκα για μερικές εβδομάδες να χαλαρώσει. Φτάνοντας στη Montezuma μαγεύτηκε από την περιοχή. Εκεί βρήκε μια ευκαιρία να αγοράσει ένα κομμάτι γης. Ο Νίκος ξαναγύρισε στην Ελλάδα έπειτα από επτά ολόκληρα χρόνια... Αυτό το κομμάτι γης σήμερα αποτελεί το καλύτερο ξενοδοχειακό συγκρότημα σε όλη την περιοχή. Το Los Mangos.



Στην πρωτεύουσα της χώρας, το Σαν Χοσέ, ζουν πέντε ελληνικές οικογένειες. Στο πανεπιστήμιο μέχρι πριν λίγα χρόνια γινόταν και μαθήματα ελληνικών. Σήμερα πραγματοποιούνται μόνο στην αίθουσα της ελληνικής κοινότητας. Σε ένα προάστιο του San Jose, ζει η μεγαλύτερη σε ηλικία Ελληνίδα στην Κόστα Ρίκα. Είναι η 89χρονη Ηλέκτρα Παπαγεωργίου από τη Θήβα. Η κ. Ηλέκτρα λέει για την ιστορία της: «Είμαι 82 χρόνια στην Κόστα Ρίκα. Μας έφερε ο πατέρας μου από τον Παναμά, όπου είχε πάει για να δουλέψει στο κανάλι». Η μητέρα της η Σοφία Παπακωσταντίνου ποτέ δεν έμαθε ισπανικά. «Η μάνα μου ήθελε να γυρίσει πίσω στην Θήβα. Μας μιλούσε μόνο για την πατρίδα και μιλούσε μόνο ελληνικά. Δεν γύρισε όμως ποτέ πίσω στην Ελλάδα» λέει η κ. Ηλέκτρα.

Στο Σαν Χοσέ υπάρχει και η πιτσαρία «Ακρόπολη», με μια μεγάλη φωτογραφία του Παρθενώνα. Ιδιοκτήτης είναι ο Δήμος Κατσιγιάννης από τον Πειραιά.

Στην άλλη άκρη της Κόστα Ρίκα, στα σύνορα με τον Παναμά, ζουν τρεις Έλληνες. Στο Πουέρτο Βιέχο βρίσκεται το ξενοδοχείο «Αγάπη», ένα όμορφο συγκρότημα με ξύλινα σπίτια μόλις μερικά μέτρα από την παραλία της Καραϊβικής. Ιδιοκτήτης είναι ο Τάσος Αναστασιάδης από τη Μυτιλήνη.

Μερικά χιλιόμετρα μακρύτερα, μένει η Ισμήνη Σκουλίδου από τις Σέρρες (στη φωτογραφία με τη μητέρα της και το γιο της Αλέξανδρο). Ένας μεγάλος έρωτας την κράτησε στην περιοχή. Καρπός του έρωτά της είναι ο επτάχρονος Αλέξανδρος που επίσης μιλά τα ελληνικά. Με οικονομίες χρόνων σήμερα χτίζουν ένα σπίτι μέσα στο δάσος, δίπλα στη θάλασσα.





Ο Νίκος Κάπους από την Πάρο, βρέθηκε στη Νέα Υόρκη. Πριν τέσσερα χρόνια οι γιατροί διέγνωσαν ότι έχει καρκίνο σε προχωρημένο στάδιο. Του έδωσαν πέντε μήνες ζωή. Αποφάσισε να μην κάνει θεραπείες και ήρθε στο Πουέρτο Βιέχο. «Ηξερα αυτό το μέρος από παλιά. Μου έδινε θετική ενέργεια», λέει.

Όπως αναφέρει ο συνεργάτης, ο κ. Κάπους φαίνεται να βρίσκεται κοντά στα 60 αλλά έχει ξεπεράσει τα 70. Η υγεία του είναι πολλή καλή και τον υποδέχτηκε με ουζάκι, φακές και ελιές Καλαμάτας. «Μεζέδες από Ελλάδα», του είπε. Στην αποθήκη του έχει επίσης και μπόλικο κόκκινο ελληνικό κρασί. Ο Νίκος άρχισε να κάνει μόνος του θαλασσοθεραπεία. «Κάθε πρωί κάνω μπάνιο σε μια εκπληκτική παραλία. Πίνω και ένα ποτήρι θαλασσινό νερό, ζω στην ησυχία μου, διαβάζω, ρεμβάζω και μέρα με τη μέρα δυναμώνω. Ηρθα πετσί και κόκαλο και τώρα λυγίζω σίδερα!» λέει.

Περισσότερες πληροφορίες για το ταξίδι του Έλληνα δημοσιογράφου Δ. Παρούση θα βρείτε στο http://www.godimitris.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου