Τρίτη, 23 Αυγούστου 2016

Γιατί δεν μπορεί να υπάρξει δικαστική διεκδίκηση των Γερμανικών οφειλών;

Πριν λίγες μέρες η Διακομματική Επιτροπή για τη Διεκδίκηση των Γερμανικών Οφειλών κατέθεσε το πολυσέλιδο πόρισμά της, το οποίο θα συζητηθεί στις αρχές του επόμενου μήνα, ενώ ο Πρωθυπουργός

σε δήλωσή του κατά την ημέρα της γιορτής του Δεκαπενταύγουστου, είπε χαρακτηριστικά πως «Η Ελληνική Δημοκρατία, λοιπόν, θα πράξει ό,τι απαιτείται σε διπλωματικό πρωτίστως και αν χρειαστεί και σε νομικό επίπεδο, προκειμένου να εκπληρωθεί αυτό το ιστορικό χρέος» συνεχίζοντας πως «[…] είναι πλέον καιρός η Γερμανική κυβέρνηση σε κλίμα συνεννόησης και καλής πίστης να αναγνωρίσει ότι το θέμα είναι ανοιχτό και επιτέλους να καθίσει στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης».
Προτού προχωρήσω παρακάτω εξηγώντας γιατί ΔΕΝ υπάρχει δυνατότητα διεκδίκησης των Γερμανικών οφειλών δια της νομικής οδού, να υπενθυμίσω πως στην πρώτη επίσκεψη του Πρωθυπουργού στο Βερολίνο, τον Μάρτιο του 2015, ο τελευταίος είπε πως «[…] το θέμα του κατοχικού δανείου και των Γερμανικών επανορθώσεων δεν είναι για εμάς ένα ζήτημα που αφορά πρωτίστως σε μια υλική διεκδίκηση, είναι ένα ηθικό πρωτίστως θέμα που πιστεύω ότι πρέπει να εργαστούμε οι δύο χώρες να το αντιμετωπίσουμε», για να εισπράξει την απάντηση της Καγκελαρίου πως «Το θέμα των επανορθώσεων από πολιτικής πλευράς η Γερμανία θεωρεί ότι έχει ολοκληρωθεί» (πόσο μάλλον από νομικής όπως θα αναπτύξω στη συνέχεια).
Είναι έτσι λοιπόν; Είναι νομικό ή/και πολιτικό το ζήτημα των Γερμανικών επανορθώσεων; Το ζήτημα της διεκδίκησης των Γερμανικών οφειλών είναι πια πολιτικό, κι όχι νομικό. Και εξηγώ:
Νομικός τρόπος για τη διεκδίκηση των Γερμανικών οφειλών ΔΕΝ υπάρχει. Εκτιμώ πως το γνωρίζει πια και ο Πρωθυπουργός άσχετα αν ανέφερε σε πρόσφατη δήλωσή του πως «Η Ελληνική Δημοκρατία θα πράξει ό,τι απαιτείται… σε νομικό επίπεδο προκειμένου να εκπληρωθεί αυτό το ιστορικό χρέος». Οι αρμόδιοι στην κυβέρνηση γνωρίζουν καλά πως η μόνη διεκδίκηση που μπορεί να ασκήσει για το ζήτημα αυτό η Ελλάδα αφορά στο πολιτικό- διπλωματικό επίπεδο. Γιατί όμως όχι και στο νομικό;
Διότι με την απόφαση της 3ης Φεβρουαρίου του 2012 του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, Υπόθεση Γερμανία κατά Ιταλίας: (Ελλάδα παρεμβαίνουσα) (βλ. εδώ: http://www.icj-cij.org/docket/files/143/16883.pdf) το Δικαστήριο έκρινε εν ολίγοις πως η όποια δικαστική διεκδίκηση βρίσκει τοίχο στο ζήτημα της κρατικής ασυλίας και στην αρχή της ετεροδικίας κατά το Διεθνές Δίκαιο.
Η αρχή της ετεροδικίας είναι ένας κανόνας σύμφωνα με τον οποίο ένα κράτος δεν μπορεί να υπαχθεί στη δικαιοδοσία, δηλαδή δεν μπορεί να δικαστεί από τα δικαστήρια, άλλου κράτους για πράξεις που σχετίζονται με την άσκηση κρατικής του εξουσίας (τέτοιες πράξεις είναι οι πράξεις των ενόπλων δυνάμεων). Γι’ αυτό και οι όποιες διαφορές προκύπτουν πρέπει να επιλύονται στο διεθνές επίπεδο, όπως άλλωστε και έγινε με την ανωτέρω Υπόθεση με την οποία επιβεβαιώθηκε ο κανόνας της ετεροδικίας, δηλαδή εμποδίστηκε να δικαστεί η Γερμανία από τα Ελληνικά (και όχι μόνο) δικαστήρια. Πριν επεξηγήσω καλύτερα την απόφαση αυτή του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, και τη σημασία της στο νομολογιακό επίπεδο, θα παραθέσω σύντομα το ιστορικό της υπόθεσης διότι το θεωρώ χρήσιμο για τον μη ειδικό σε νομικά ζητήματα αναγνώστη.
Ο κανόνας της ετεροδικίας, όπως ανέφερα, αποτελεί βασική αρχή του Διεθνούς Δικαίου, αρχή που οφείλουν και οι Έλληνες δικαστές να λαμβάνουν υπόψη σύμφωνα με το Σύνταγμα. Στην εύλογη προσπάθειά τους να αξιώσουν αποζημιώσεις, οι κληρονόμοι των θυμάτων των θηριωδιών του Διστόμου, ενήγαγαν το Γερμανικό κράτος στα Ελληνικά Δικαστήρια. Το 1997, το Πρωτοδικείο της Λιβαδειάς εξέδωσε απόφαση σύμφωνα με την οποία καταδίκασε το Γερμανικό Δημόσιο στην καταβολή χρηματικής αποζημίωσης στους συγγενείς των θυμάτων της σφαγής του Διστόμου. Το Πρωτοδικείο της Λιβαδειάς, με την απόφαση αυτή, παραμέρισε την αρχή της ετεροδικίας, τεκμηριώνοντας πως η αξία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και η απαξία των εγκλημάτων πολέμου υπερτερούν της αρχής της ετεροδικίας. Παρά την ανθρωπιστική προσέγγιση της τεκμηρίωσης της ανωτέρω απόφασης και την επακόλουθη επικύρωση της νομολογίας του Πρωτοδικείου της Λιβαδειάς από τον Άρειο Πάγο, όσοι Υπουργοί Δικαιοσύνης ακολούθησαν δεν έδωσαν την απαιτούμενη άδεια- συγκατάθεση για να εκτελεστεί η απόφαση σε βάρος της περιουσίας του Γερμανικού Δημοσίου. Έπραξαν σωστά οι Υπουργοί;
Η άρνηση των Υπουργών Δικαιοσύνης οδήγησε τους δικαιωμένους από τα ελληνικά δικαστήρια συγγενείς του Διστόμου στο να προσφύγουν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Δυστυχώς όμως το ΕΔΔΑ, πιστό στην προηγούμενη νομολογία του (η οποία αποτελεί πηγή δικαίου κατά το Διεθνές Δίκαιο), στην Υπόθεση Καλογεροπούλου και λοιποί κατά Ελλάδος και Γερμανίας δικαίωσε την άρνηση της Ελληνικής κυβέρνησης να εκτελέσει την απόφαση των ελληνικών δικαστηρίων, τεκμηριώνοντας πως ήταν μη δικαιολογημένη η παραβίαση του δικαιώματος της ετεροδικίας της Γερμανικής κυβέρνησης από την Ελληνική δικαιοσύνη, ενώ έκρινε απαράδεκτη (νομικά μιλώντας) την προσφυγή των συγγενών των θυμάτων.
Στο ίδιο νομολογιακό μοτίβο της επιβεβαίωσης της αρχής της ετεροδικίας κινήθηκαν κι άλλες υποθέσεις οι οποίες είχαν την ίδια κατάληξη. Για να αναφέρω μερικές μόνο, το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στην Υπόθεση Λεχουρίτου κατά Γερμανίας (βλ. εδώhttp://curia.europa.eu/juris/showPdf.jsf?docid=63636&doclang=EL) επιβεβαιώνει τον κανόνα πως κάθε κράτος σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο χαίρει της ασυλίας δικαιοδοσίας με συνέπεια να μην μπορεί να εναχθεί ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων άλλους κράτους για πράξεις σχετιζόμενες με την άσκηση δημόσιας εξουσίας (jure imperii). Στο μεταξύ είχε προηγηθεί απόφαση του Ελληνικού Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου το 2002 (σε παρεμφερή υπόθεση για τη σφαγή των Καλαβρύτων) σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο αποφάνθηκε υπέρ του δικαιώματος του Γερμανικού κράτους στην ετεροδικία αναφέροντας πως «[…] στο παρόν στάδιο εξελίξεως του διεθνούς δικαίου εξακολουθεί να υφίσταται γενικώς παραδεδεγμένος κανόνας του δικαίου αυτού, σύμφωνα με τον οποίο ένα κράτος δεν δύναται να εναχθεί παραδεκτώς ενώπιον δικαστηρίου άλλου κράτους για αποζημίωση από κάθε είδους αδικοπραξία η οποία έλαβε χώρα στο έδαφος του forum και στην οποία εμπλέκονται με οποιονδήποτε τρόπο ένοπλες δυνάμεις του εναγόμενου κράτους, είτε σε καιρό πολέμου είτε σε καιρό ειρήνης». Με τον ίδιο τρόπο αποφάνθηκε και η Επιτροπή των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών που εδρεύει στη Γενεύη κατά την Υπόθεση Σεχρεμελή, ενώ για ακόμη μια φορά και το ΕΔΔΑ στην Υπόθεση Σφουντούρη και λοιποί κατά Γερμανίας, η οποία είχε φτάσει προηγουμένως μέχρι και το Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο της Γερμανίας, επιβεβαίωσε την αρχή της ετεροδικίας.
Σε κάθε περίπτωση, η Ελλάδα, μετά από τις ανωτέρω αποφάσεις που ακολούθησαν το δεδικασμένο του Διστόμου και παρά το γεγονός της προηγούμενης άρνησης των Ελλήνων Υπουργών Δικαιοσύνης να δώσουν άδεια για την εκτέλεση της εν λόγω απόφασης (οι οποίες σημειωτέων αρνήσεις όπως αποδείχθηκε παραπάνω ήταν εναρμονισμένες με το Διεθνές Δίκαιο), αποφάσισε κατά παράδοξο τρόπο να παρέμβει στην υπόθεση κατά την οποία τα Ιταλικά Δικαστήρια ανέπτυξαν παρεμφερή νομολογία εκτελώντας την απόφαση του Διστόμου και επισπεύδοντας την αναγκαστική εκτέλεση κατά περιουσιακού στοιχείου της Γερμανίας στην Ιταλία (τη βίλα Vigoni). Τότε η Γερμανία αντέδρασε στην ενέργεια αυτή των Ιταλικών δικαστηρίων προσφεύγοντας στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης.
Η Γερμανία υποστήριξε και έπεισε τελικά το Δικαστήριο ότι όσο σημαντικοί είναι οι λόγοι για τους οποίους παρακάμφθηκε η ετεροδικία της από την Ιταλία (εγκλήματα πολέμου κτλ.) άλλο τόσο σημαντική είναι και η ίδια η αρχή της ετεροδικίας στο Διεθνές Δίκαιο.
Και τώρα επανερχόμαστε στην Απόφαση της 3ης Φεβρουαρίου 2012 του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης η οποία α) αναγνωρίζει την ετεροδικία της Γερμανίας, β) καταδικάζει την Ιταλία για την παραβίαση αυτού του κανόνα και γ) ανοίγει το δρόμο για την πολιτική, και όχι τη νομική, διεκδίκηση των αποζημιώσεων. Ρίχνει δηλαδή το μπαλάκι στην πολιτική εξεύρεση της λύσης και όχι τη δικαστική.
Πέρυσι, λίγο πριν την επίσκεψη του Πρωθυπουργού στο Βερολίνο, ο Υπουργός Δικαιοσύνης ανακοίνωσε στη Βουλή την πρόθεσή του να επιτρέψει την εκτέλεση της αμετάκλητης δικαστικής απόφασης για το Δίστομο επί περιουσιακών στοιχείων του Γερμανικού Δημοσίου στη χώρα μας. Η Ελλάδα μπορεί να προβεί σ’ αυτή την ενέργεια, αφού δεν τη δεσμεύει κατ’ όνομα η απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, ωστόσο αν το κάνει, μετά την Απόφαση του 2012 αλλά και όσες άλλες μνημονεύθηκαν ανωτέρω από άλλα διεθνή δικαιοδοτικά όργανα, θα παραβιάσει συνειδητά το Διεθνές Δίκαιο, έχοντας πια πλήρη επίγνωση των εννόμων συνεπειών που θα έχει μια τέτοια πράξη εκ μέρους μας.
Οι κυβερνήσεις του 2011-2012 «πόνταραν» στην Υπόθεση της Γερμανίας κατά Ιταλίας, και έχασαν, παρότι γνώριζαν πως έχει ήδη κριθεί το ζήτημα αυτό στο Διεθνές επίπεδο πολύ πριν την προσφυγή της Γερμανίας στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Σήμερα παρά την ξεκάθαρη πια νομολογιακή πρακτική που έχει διαμορφωθεί για το ζήτημα, εξακολουθούν οι Ελληνικές κυβερνήσεις να επιμένουν στη νομική διεκδίκηση των Γερμανικών οφειλών. Το ζήτημα, προκειμένου να μην παρεξηγηθώ, είναι εξαιρετικά λεπτό από ανθρωπιστικής διάστασης. Επίσης, κανείς δεν αποποιείται τις ευθύνες για τις διαπραχθείσες θηριωδίες, ούτε καν η Γερμανία το Κοινοβούλιο της οποίας μάλιστα έχει παραδεχθεί πολλές φορές τις θηριωδίες αυτές. Όμως το νομικό σκέλος της απόδοσης ευθύνης για τα εγκλήματα πολέμου με εκείνο της διεκδίκησης αποζημιώσεων δεν έχει καμία σχέση. Το τελευταίο για να το φέρεις στα δικαστήρια, τα οποία όπως ανέφερα έχουν αποφανθεί, πρέπει να γίνει με τη συγκατάθεση της Γερμανίας. Η τελευταία όμως έχει ήδη επιφυλαχθεί για όλες τις διαφορές που αφορούν τις ένοπλες δυνάμεις της πριν το 2008 (πριν την προσφυγή στη Χάγη) ενώ για την προσφυγή σε διαιτητικό δικαστήριο σαν αυτό που προβλέπει η Σύμβαση του Λονδίνου του 1953 για την επίλυση ζητημάτων που ενδέχεται να προκύψουν ως προς την ερμηνεία της, η Γερμανία θα πρέπει να εξαναγκαστεί να παραπεμφθεί εκεί.
Για να εξαναγκαστεί λοιπόν δεν υπάρχει νομικός τρόπος αλλά μόνο πολιτικός-διπλωματικός. Δηλαδή έχει να κάνει με την πολιτική ισχύ που διαθέτει η χώρα μας απέναντι στη Γερμανία προκειμένου να την εξαναγκάσει και να υπαγάγουμε τη διαφορά αυτή ενώπιων διεθνών δικαιοδοτικών οργάνων. Ακόμη όμως κι αν γίνει κάτι τέτοιο (δηλαδή συρθεί η Γερμανία σε δικαστήριο εξαναγκαστικά) υπάρχει ένα ερώτημα σχετικά με το αν υπάρχει τελικά νομική βάση για να αχθεί η Γερμανία ενώπιων ενός διεθνούς δικαιοδοτικού οργάνου. Μπορεί να άρει η Γερμανία το προνόμιο της ετεροδικίας της; Διότι περί αυτού πρόκειται.
Εν ολίγοις, νομικός τρόπος διεκδίκησης των Γερμανικών οφειλών ΔΕΝ υπάρχει. Μόνο με πολιτικό εξαναγκασμό ή διπλωματικά μέσα μπορεί (λέω μπορεί) να υπάρξει μια πιθανότητα διεκδίκησης κάποιων οφειλών οι οποίες προηγουμένως θα πρέπει να γίνουν αποδεκτές ως προς την αξία τους από τη Γερμανία. Κλείνω υπενθυμίζοντας πως μια τέτοια πράξη, ακόμη και στο πολιτικό επίπεδο, θα εγείρει αξιώσεις κι από άλλες χώρες οι οποίες υπέστησαν θηριωδίες (Πολωνία, Τσεχία), ενώ καμία κυβέρνηση δεν θα δεχθεί να προτείνει στο Κοινοβούλιό της μια άρση ενός τόσο σημαντικού δικαιώματος, όπως είναι η ετεροδικία κατά το Διεθνές Δίκαιο. Στην ίδια λογική εναπόκειται και η ονομαστική διαγραφή δημοσίου χρέους (ζήτημα για το οποίο έχω αναφερθεί σε προηγούμενα άρθρα μου). Τέλος, ένα πολιτικό ερώτημα που δεν έχει απαντηθεί στη χώρα μας είναι το ακόλουθο: «Τι απέγιναν τα 366 εκατομμύρια δολάρια εποχής 1946-1950 του Σχεδίου Μάρσαλ στην Ελλάδα;»
του Γιάννη Τζιουρά,
Διεθνολόγος- Πολιτικός Επιστήμονας,
υπ. Δρ. Νομικής ΑΠΘ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου